διανοουμένη

διανοέομαι
have in mind
pres part mp fem nom/voc sg (attic epic)
διανοέομαι
have in mind
pres part mp fem nom/voc sg (attic epic)
διανοέω
have in mind
pres part mp fem nom/voc sg (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Λεζέ, Λουί — (Louis Léger, Τουλούζ 1843 – Παρίσι 1923). Γάλλος σλαβολόγος και ιστορικός. Επισκέφθηκε σε μικρή ηλικία τη Βοημία, την Κροατία, τη Σερβία και τη Ρωσία και χρημάτισε καθηγητής της σερβικής και της ρωσικής γλώσσας στη σχολή Ανατολικών Γλωσσών και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.